AMORGOS, the easternmost island of the Greek Cyclades is a stunner,
with whitewashed houses, trestled alleyways and fiery rust sunsets ...
Kevin Raub in New York Post, 2010

“Thermal expansion is the phenomenon in which the size of a body increases while the temperature does so. Because of the heat, the atoms accelerate and travel away from each other. “

Summer loves lies. When August comes everything changes position. Changes the space it occupies in the universe, gets a little more demanding. Expands, follows the laws of physics. When August comes everything grows, spreads out. The days, the desires, the wooden floor, the walks, the postponements, the dreams, nostalgia. The distance between us. The ships get incredibly huge, the islands become countries, the bays are oceans, ingenious tricks. All your future plans are written down on the sand. But you make them large enough to be detected by a helicopter that will fly over you if wrecked alone, survivor in a beach full of reclining chairs and mats and voices and coffees in plastic cups boiling under the sun. It couldn’t be you. You couldn’t be there. There couldn’t big desires grow, just a few hours in empty circles, you cut them from the trees, inside them there’s nothing. I know, because I’ve seen them burst when inflated. Empty. They live parasitically from “o’clock” to “o’clock”, not even a minute more. When August comes, only our houses and our lives shorten. But summer love lies. Be careful.

The only desert place this time of year is your house. This is the barren line. Because you miss an endless sky and that cafe with the pale green chairs, you’re missing an early “Goodmorning” that reaches the ice water, a view that changes every day, a horizon that grows. Expands from the heat of August, the heat of your mind.

A walk for ice cream at three in the morning, a kiss that you ‘d like to have had another background, a discussion that begins with some wonderful alcohol and ends with some wonderful silence. The songs that make you think you live forever, and that every summer they remind you that everything went good so far. The ghosts are returning forever mutated, damned spirits not ever released from the ground, they come back around. To find what? Stars that shone once but do not ask for explanations, laser moons on few ripples and that feeling that you float forever in a huge blue fruit jelly. You will never sink, I’m here.

Last time you said: “Nevermind, I’ll miss my ship, I’ll take the next one”. The ticket forgotten on the floor of a small room or on a blue table, what does it really matter? The ship left. And so you miss the next one, too. And the next one. And suddenly all the ships were so insignificant, so small that physical laws were reversed, beaten under a blazing August. And the days go shorter. And the nights go shorter. Only your heart continues to expand, wants to grow even further, to catch your whole body, your whole world. Has no other way, no other ticket. Invent canceled routes, lift with your mind a devil’s wind, how to leave? Why to leave? We ‘ll stay here forever and it ‘ll always be summer. We ‘ll die laughing with the first rain, we ‘ll die crying while goodbying the last friend. The wind is blowing. Let it blow, we’ll haug. The villages’ are empty, the cold is different, it’s transparent, again to miss the boat. The winter is real, that is the difference between winter and summer. In winter our hands can really tangle.

In the morning you wake up from the dream, crumpled sheets, the heat still present, the ticket not bought. Do not go anywhere. Do not believe again all these August lies. Patience, September will come and everything will return to normal. Go to sleep again, reassured. Go to sleep again, forget it. I’ll get you a panic attack to keep you company every day at half past five and music and some other words and some other drinks and some frightening thoughts, uncontrolled. Dilated, bigger as the desires of August, from the same material made. I’ll get you butterflies and place them wherever you want, I will get you a box or a cage, I’ll return you the borrowed body, your stomach or your heart that grew so much and they’ll be very rare these butterflies. Colorful , exotic, poisonous.

Maybe somewhere in the Cyclades an imaginary creature is waiting in a harbor in the dark to captivate you with thousands of music with a thousand spells. Only the lighthouse will flash. Do not be afraid to disembark. To disembark during a summer full of lies, an August when all the stories would ‘have expanded from the heat, a night thoughts will’ have grown frighteningly, the sea will no longer take them, or they ‘ll have turned into reefs. We will meet there.

First published by Metropolis free press, Athens, July ‘12

by Eirini Sourgiadaki (27.07.2012)

and below the ellinki Version:

«Η θερμική διαστολή είναι το φαινόμενο κατά το οποίο αυξάνονται οι διαστάσεις ενός σώματος καθώς αυξάνεται η θερμοκρασία του. Λόγω της θερμοκρασίας τα άτομα επιταχύνονται και απομακρύνονται».

Tο καλοκαίρι αγαπά τα ψέματα. Οταν έρχεται ο Αύγουστος όλα αλλάζουν θέση. Αλλάζουν το χώρο που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, διεκδικούν λίγο περισσότερο. Διαστέλλονται, ακολουθούν τους νόμους της φυσικής. Οταν έρχεται ο Αύγουστος όλα μεγαλώνουν, απλώνονται. Οι μέρες, οι επιθυμίες, τα ξύλα του παρκέ, οι βόλτες, οι αναβολές, τα όνειρα, οι κρίσεις νοσταλγίας. Οι αποστάσεις ανάμεσά μας. Τα πλοία γίνονται θεόρατα, τα νησιά χώρες ολόκληρες, οι κόλποι γίνονται ωκεανοί, τα κόλπα ιδιοφυή. Ολα τα σχέδια βέβαια γίνονται στην άμμο. Φροντίζεις όμως να είναι τόσο μεγάλα, ώστε να σε εντοπίσει ένα ελικόπτερο που θα πετάξει από πάνω σου αν ναυαγήσεις μόνος, μόνος επιζών ολομόναχος σε μια πλαζ γεμάτη σεζλόνγκ και ψάθες και φωνές και καφέδες σε πλαστικό που έχουν βράσει απ’ τον ήλιο. Αποκλείεται να ήσουν εσύ. Αποκλείεται να ήσουν εκεί. Εκεί δεν φυτρώνουν μεγάλες επιθυμίες, εκεί φυτρώνουν μόνο λίγες ώρες ολοστρόγγυλες που μέσα τους δεν έχουν τίποτα. Το ξέρω, γιατί τις έχω δει να σκάνε όταν φουσκώνουν. Τίποτα, είναι κενές.

Τρέφονται παρασιτικά από τα αρμυρίκια, ζουν μόνο από το «ακριβώς» στο «ακριβώς», ούτε λεπτό παραπάνω. Οταν έρχεται ο Αύγουστος, μόνο τα σπίτια και οι ζωές μικραίνουν. Αλλά το καλοκαίρι τα αγαπά τα ψέματα. Να φυλάγεσαι. Ο μόνος έρημος τόπος αυτή την εποχή του χρόνου είναι το σπίτι σου. Αυτή είναι η άγονη γραμμή. Γιατί σου λείπει ένας ουρανός χωρίς τέλος κι ένα καφενείο με ανοιχτοπράσινες καρέκλες, σου λείπει μια καλημέρα αγουροξυπνημένη που φτάνει μέχρι το παγωμένο νερό, μια θέα που κάθε μέρα αλλάζει, μετακινείται, ένας ορίζοντας που κάθε μέρα μεγαλώνει. Διαστέλλεται από τη ζέστη του Αυγούστου, από τη ζέστη του μυαλού σου.

Μια βόλτα για παγωτό στις τρεις τα ξημερώματα, ένα φιλί που θα ’θελες να έχει άλλο φόντο, μια συζήτηση που ξεκινάει με δροσερό αλκοόλ και τελειώνει με την πιο υπέροχη σιωπή. Τα τραγούδια που σε κάνουν να νομίζεις πως ζεις πάντα το ίδιο καλοκαίρι και αυτά τα ίδια που σου θυμίζουν όλα όσα έφυγαν ανεπιστρεπτί. Τα φαντάσματά τους επιστρέφουν για πάντα μεταλλαγμένα, καταδικασμένα πνεύματα που δεν ελευθερώνονται ποτέ απ’ τα επίγεια κι όλο ξαναγυρίζουν. Για να βρουν τι; Αστέρια που έλαμψαν κάποτε, αλλά δεν θέλουν εξηγήσεις, λέιζερ φεγγάρια πάνω σε ελάχιστους κυματισμούς και η αίσθηση ότι επιπλέεις αιώνια σ’ ένα τεράστιο γαλάζιο φρουί ζελέ. Δεν θα βουλιάξεις ποτέ, εγώ είμαι εδώ.

Τελευταία στιγμή λες, δεν πειράζει, θα το χάσω το πλοίο, θα πάρω το επόμενο. Το εισιτήριο το ξεχνάς στο πάτωμα ενός μικρού δωματίου ή πάνω σ’ ένα μπλε τραπεζάκι, τι σημασία έχει; Το πλοίο έφυγε. Αφήνεις έτσι να φύγει και το επόμενο. Και το επόμενο. Ξαφνικά όλα τα πλοία έγιναν τόσο ασήμαντα, τόσο μικρά, οι νόμοι της φυσικής αντιστράφηκαν, τους νίκησες κάτω από έναν αλλιώτικο πυρωμένο Αύγουστο. Κι οι μέρες μικραίνουν. Οι νύχτες το ίδιο. Μόνο η καρδιά σου συνεχίζει να διαστέλλεται, θέλει να μεγαλώσει κι άλλο, να πιάσει όλο σου το σώμα, όλο σου τον κόσμο. Δεν έχεις άλλον τρόπο, δεν έχεις άλλο εισιτήριο. Επινοείς ακυρωμένα δρομολόγια, σηκώνεις με το μυαλό σου πολλά μποφόρ, πώς να φύγεις;
Γιατί να φύγεις; Να μείνεις για πάντα εδώ και να ’ναι πάντα καλοκαίρι. Να πεθάνουμε στα γέλια με την πρώτη βροχή, να πεθάνουμε στο κλάμα με τον τελευταίο αποχαιρετισμό του τελευταίου φίλου. Να φυσάει. Να ’μαστε αγκαλιά κι ας φυσάει. Τα χωριά να ’ναι άδεια, το κρύο αλλιώτικο, καθαρό, πάλι να το χάσεις το πλοίο. Ο χειμώνας να είναι πραγματικός, να είναι αυτή η διαφορά του με το καλοκαίρι. Γιατί το χειμώνα τα χέρια μπλέκονται στ’ αλήθεια.
Το πρωί ξυπνάς απ’ το όνειρο, τα σεντόνια τσαλακωμένα, η ζέστη ακόμα παρούσα, το εισιτήριο ανέκδοτο. Να μην πας πουθενά. Να μην πιστέψεις πάλι όλα αυτά τα ψέματα του Αυγούστου. Υπομονή, θα έρθει ο Σεπτέμβρης και όλα θα ξαναγίνουν φυσιολογικά. Κοιμήσου ξανά, ησύχασε. Κοιμήσου ξανά, ξέχνα. Θα σου πάρω μια κρίση πανικού να σου κρατάει συντροφιά κάθε μέρα στις πεντέμισι και μουσικές και κάτι άλλα λόγια και κάτι άλλα ποτά και κάτι σκέψεις τρομαχτικές, ανεξέλεγκτες. Διεσταλμένες, σαν τις επιθυμίες του Αυγούστου, απ’ το ίδιο υλικό φτιαγμένες. Θα σου πάρω και πεταλούδες να τις κλείσεις όπου θες, θα σου πάρω ένα κουτί, ένα κλουβί ή θα σου επιστρέψω το σώμα που δανείστηκα, το στομάχι σου ή την καρδιά σου που τόσο είχε μεγαλώσει, και θα είναι σπάνιες πολύ οι πεταλούδες αυτές, πολύχρωμες, εξωτικές, δηλητηριώδεις.
Ισως κάπου στις Κυκλάδες ένα πλάσμα φανταστικό με μορφή απροσδιόριστη να περιμένει σ’ ένα λιμάνι σκοτεινό να σε μαγέψει με χίλιες μουσικές και χίλια ξόρκια. Μόνο το φανάρι θα αναβοσβήνει. Να μη φοβηθείς να κατέβεις. Να κατέβεις ένα καλοκαίρι γεμάτο ψέματα, έναν Αύγουστο που όλα τα παραμύθια θα έχουν διασταλεί απ’ τη ζέστη, να κατέβεις μια νύχτα που οι σκέψεις θα έχουν μεγαλώσει τρομαχτικά, δεν θα τις παίρνει πια η θάλασσα ή θα έχουν γίνει ξέρες. Θα βρεθούμε εκεί.

*δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Metropolis, τ.996, 27/7/2012

by Eιρήνη Σουργιαδάκη (27.07.2012)

Comment with Facebook